μεντελικός


μεντελικός
-ή, -ό
1. (γενετική) αυτός που υπακούει στους νόμους τού Μέντελ
2. χαρακτηρισμός για ένα κληρονομικό χαρακτηριστικό που εξαρτάται από ένα μόνον γονίδιο*.

Dictionary of Greek. 2013.


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.